Τριπλή «ανάσα» για πάνω από 1 εκατομμύριο νοικοκυριά που ζουν κάθε μήνα με το άγχος της κατάσχεσης των τραπεζικών λογαριασμών τους για χρέη σε δημόσιο και τράπεζες, δίνουν οι νέες διατάξεις του πολυνομοσχεδίου το οποίο κατέθεσε προς ψήφιση στη Βουλή ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών , Κυριάκος Πιερρακάκης.

Με τις διατάξεις αυτές (άρθρο 6 του πολυνομοσχεδίου):
1. για νοικοκυριά με χρέη προς τράπεζες και λοιπούς ιδιώτες, το ακατάσχετο μηνιαίο όριο σε ατομικό καταθετικό λογαριασμό αυξάνεται από τα 1.500 στα 1.600 ευρώ
2. για οφειλές προς τράπεζες, σε περίπτωση που τηρούν κοινό τραπεζικό λογαριασμό, το ακατάσχετο όριο αυξάνεται από 2.000 σε 2.200 ευρώ το μήνα
3. για οφειλές προς το Δημόσιο, το ακατάσχετο όριο αυξάνεται από τα 1.250 σε 1.600 ευρώ το μήνα.
Αυτό σημαίνει ότι παίρνουν «ανάσα»:
- 100 ευρώ το μήνα ή έως 1.200 ευρώ το χρόνο όσοι έχουν χρέη προς τράπεζες ή ιδιώτες,
- 200 ευρώ το μήνα ή έως 2.400 ευρώ το χρόνο οικογένειες με κοινό λογαριασμό,
- 350 ευρώ το μήνα ή έως 4.200 ευρώ το χρόνο για χρέη στο δημόσιο.
Στα νέα περιθώρια αυτά για όσους χρωστούν και υφίστανται κατάσχεση (πάνω από 1,7 εκατ. ΑΦΜ για χρέη στο δημόσιο και εκατοντάδες χιλιάδες για χρέη σε τράπεζες και ιδιώτες), έρχεται να προστεθεί και άλλη διάταξη, η οποία «απελευθερώνει» από κάθε κατάσχεση τα ποσά για δαπάνες ειδικής αγωγής παιδιών των οφειλετών, τα οποία στο εξής δεν θα εκχωρούνται, δεν θα κατάσχονται και δεν θα συμψηφίζονται με βεβαιωμένες οφειλές προς το Δημόσιο, ασφαλιστικά ταμεία, ΟΤΑ και πιστωτικά ιδρύματα, κατά παρέκκλιση κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης.
Πώς «απελευθερώνονται» οι λογαριασμοί
Η διάταξη προβλέπει ότι για να ισχύσει η προστασία για οφειλές στο Δημόσιο, ο λογαριασμός πρέπει να έχει δηλωθεί ηλεκτρονικά στην ΑΑΔΕ ως μοναδικός ακατάσχετος λογαριασμός. Αν υπάρχει λογαριασμός μισθοδοσίας, σύνταξης ή ασφαλιστικών παροχών, δηλώνεται αποκλειστικά αυτός.
Τα ίδια όρια θα ισχύουν και για λογαριασμούς όπου οι καταθέσεις αφορούν μισθούς συντάξεις και ασφαλιστικές παροχές -οι οποίες προσδιορίζονται υποχρεωτικά ως τέτοιες- και πάνω από τα οποία ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 982 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182).





